Translate

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Μόλις παρέλαβα ακόμα ένα παγκόσμιο βραβείο από Ιταλία συνοδευόμενο αυτή την φορά με άγαλμα!
Το βραβείο ήρθε από ποίηση που έγραψα για τον μπαμπάκα μου . . .
Μπαμπάκα μου ελπίζω να είσαι καλά, σε αγαπώ δυνατά, ποτέ δεν έφυγες από κοντά μου.
Είμαι απίστευτα συγκινημένη και ευτυχισμένη!

Ευχαριστώ από καρδιάς την μεταφράστρια μου Γεωργία Χαϊδεμενοπούλου (Georgia Chaidemenopoulou) 

 για την άψογη μετάφραση και συνεργασία μας εδώ και τόσα χρόνια! Σε αγαπώ δυνατά Γεωργία μου!


-----------------------------------------------------------------

Στο άσπρο δωμάτιο
της σιωπής σταμάτησε ο χρόνος,
εκεί που ασπροντυμένες σκιές πρόσφεραν παυσίπονα
σε ένα αύριο που έληγε.

Συναισθήματα.
Ψύχρα, μούδιασμα, φόβος.
Κενό.
Δάκρυα κύλησαν
σε εκείνο το φτηνό
του πόνου κολαστήριο.

Μνήμη.
Το μηχάνημα του τέταρτου ορόφου
μια στιγμή μόνο σιώπησε
κι ύστερα οχλαγωγία.
Αποχώρηση.
Δεν επανήλθαν τα βήματα.

Εικόνες.
Το παράθυρο ακόμα κοιτά στον γκρι ουρανό.
Η καρέκλα τρίζει.
Τα σεντόνια απολυμάνθηκαν.
Οι σκιές με την άσπρη φορεσιά κυκλοφορούν.

Εσύ, δεν ξανά 'ρθες ποτέ.

Θυμάμαι, φοβάμαι,
τα άσπρα δωμάτια του πένθους,
της απόγνωσης.

Nella camera bianca
del silenzio, il tempo si è fermato,
lì dove ombre vestite di bianco, offrivano antidolorifici
a un domani che finiva.

Sentimenti.
Freddo, intorpidimento, paura.
Vuoto,
Lacrime che sono scorse
in quel miserabile,
inferno del dolore.

Memoria.
La macchina del quarto piano,
è rimasto zitto solo per un istante
e dopo, il caos.
Ritiro.
I passi non sono ripresi.

Immagini.
La finestra guarda ancora verso il cielo grigio.
La sedia cigola.
Le lenzuola sono state disinfettate.
Le ombre con il vestito bianco circolano.

Tu, non sei mai venuto di nuovo.

Ricordo, ho paura,
delle camere bianche del lutto,
della disperazione.
Γιώτα Τσερτεκίδου®

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Το δεύτερο βιβλίο της καρδιάς μου. «ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΕΝΑΗ ΠΗΓΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ». Ποίηση για τον ζωγράφο Γιώργο Τζιόκα.



«ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΕΝΑΗ ΠΗΓΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ».
Ποίηση για τον ζωγράφο Γιώργο Τζιόκα.

Σε ποίηση τα έργα ζωής του ζωγράφου Γιώργου Τζιόκα με τις δυο μεγάλες συνεργασίες του με τον Μάνο Χατζιδάκι «Το χαμόγελο της Τζοκόντα» και Οδυσσέα Ελύτη «Άξιον Εστί».

Μια υπόκλιση, ένας ύμνος για την Ελλάδα, για την γυναίκα, που είναι το Α και Ω της ανθρωπότητας.
Αγάπη από την πρώτη ημέρα της γέννησης έως την έβδομη. Οδύνη, δάκρυα και αγωνία στα πάθη των ανθρώπων.
Σεβασμός στο ανάγνωσμα έκτο προφητικόν.
Ελπίδα, προσμονή λύτρωσης στο Δοξαστικόν.
Όλα τα πιστεύω της ζωής σε ένα βιβλίο αγγίζοντας την πεμπτουσία της σκέψης, εντρυφώντας στο ολοκληρωμένο έργο μιας σημαντικής πορείας που χάραξε με χρυσά γράμματα την ιστορία της Ελλάδας.


Το βίντεο του βιβλίου. 




Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Μάθημα ηθικής 2.

Αν νιώθεις άνθρωπος
φώναξε δυνατά.
Πες αγάπησα.
Αγαπώ.
Θα αγαπώ.
Άφησε από τα σπλάχνα σου να ειπωθεί
το δεν ρημάχτηκα σε ηδονικά κρεβάτια
φτηνών συνουσιών,
μήτε βόλεψα
ανασφάλειες
σε υποδιαιρούσες εκβάσεις.
Μείνε υπομονετικός,
σοβαρός.
Φόρεσε  αξιοπρέπεια
ψυχή τε και σώματι.  
Είσαι αλώβητος
στα πυρά των εχθρών.
Προϋπάρχεις!

Άξια η ζωή
που αρνήθηκαν τα πλήθη.
Την αγάπη  δεν έζησαν,
δεν άξιζαν  ποτέ οι λογοκριτές.
Φώναξε δυνατά
όσο ακόμα μπορείς,
με περηφάνια την σοβαρότητα
που δεν αρνήθηκες.
Υπάρχεις.

Μα αν είσαι πληγέντας παραχρόνος
ψυχοσωματικών εκβάσεων σιώπησε.
Μη μιλάς.
Μην αγγίζεις.
Μη θωρείς.
Σιώπα
εκτίθεσαι.
Γιώτα Τσερτεκίδου®


Σοβαρός = λέξη που στην εποχή μας σπανίζει.
σοβαρός -ή -ό : που συμπεριφέρεται και ενεργεί με περίσκεψη, που αντιμετωπίζει τα πράγματα με υπευθυνότητα, που είναι αξιόπιστος.


Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Ο ζωγράφος ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΟΚΑΣ και «Το χαμόγελο της Τζοκόντα» με τον Μάνο Χατζιδάκι και «ΆΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» με τον Οδισσέα Ελύτη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΟΚΑΣ ο ζωγράφος που αγάπησε τις τέχνες και τα γράμματα υπηρετώντας ταπεινά με σεβασμό την τέχνη και φιλοξενείται στα μεγαλύτερα σαλόνια και μουσεία ανά τον κόσμο.

Γιώργος Τζιόκας ο ζωγράφος που αγαπήθηκε από τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Οδυσσέα Ελύτη.
Σε αυτό το βίντεο είναι οι δυο από τις πολλές συνεργασίες του όπου φιλοτέχνησε «Το χαμόγελο της Τζοκόντα» του Μάνου Χατζιδάκι και το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» του Οδυσσέα Ελύτη.

Ευχαριστώ για το όμορφο ταξίδι της ψυχής σου αγαπημένε George Tziokas.
Με εκτίμηση και αγάπη Γιώτα Τσερτεκίδου.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΟΚΑΣ - YouTubehttps://www.youtube.com/watch?v=brJiES_26pA

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΟΚΑΣ - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ''ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ''

Έργο Τέχνης από το βιβλίο Άξιον Εστι του Εξαίρετο Ζωγράφου Γιώργου Τζιόκα.
Στίχοι Άξιον Εστί Οδυσσέας Ελύτης.
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
Γ΄
ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ δεν έδωκες ποτέ σε μένα
τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Hπείρων
και απ' αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!
Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς
και τον Στάχυ ο Νότος
τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας
και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές
ανόσια εξαργυρώνοντας.
Άλλο εγώ,
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα
και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ' άκοπα γένια μου δεν ένιωσα
μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.
Eκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.
Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.
Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μου αντικαταστήσανε
την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή
και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε
και στερνά την πέτρα μου αφήσανε,
τρομερή ζωγραφιά μου.
Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν,
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.
Κι όσο τρώει Την ύλη ο καιρός, τόσo βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ' την όψη μου:

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝEKPΩN ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ 
ΚΑΙ ΤΩN ΒΡAXΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΟΚΑΣ - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ''ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ'' Ανάγνωσμα Έκτο ''ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ''

''ΆΞΙΟΝ ΕΣΤΙ''  Ανάγνωσμα Έκτο ''ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ'' από το βιβλίο του George Tziokas. 
Έργο τέχνης του Εξαίρετου Ζωγράφου Γεωργίου Τζιόκα με τον φίλο καρδιάς του Ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, Μάρτιος 1981 από τις εκδόσεις <<ΜΕΛΙΣΣΑ>>.  

ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν..........................................................................................................................................
- Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς
με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια...............................................................................................
Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!
Ποίηση Οδυσσέας Ελύτης και Έργο Τέχνης Γιώργος Τζιόκας. 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
''ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ''
''ΤΑ ΠΑΘΗ''
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ

''ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ''

ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν.
Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας
η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου.
Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει.
Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου.
Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση.
Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

- Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.

- Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.

- Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.

- Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.


Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν.
Αλλά πριν, ιδού θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι.
Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε
το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια.
Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν.
Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα
όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς.
Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει.
Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα
που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας.
Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας:
εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

- Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.

- Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς
με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.

- Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.

- Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερέχθειο των Πουλιών.


Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα
που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου.
Αλλά πριν, ιδού θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης.
Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια
τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους.
Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης.
Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου.
Και μεγάλα πλοία θ' ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους,
οι εξώστες να ράνουν με άνθη το Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων.
Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ' ανοίγει στα μέτρα του,
κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

- Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.

- Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.

- Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.

- Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.


Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει.
Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει
από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού θα στενάξουν οι νέοι
και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει.
Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα.
Kαι θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν,
για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση.
Και θα 'ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα.
Και θα 'χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας.
Και θα 'ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια.
Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας
από τ' ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια.
Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν' αψηλώσουν τα χόρτα,
η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει.
Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη.
Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

ιβ΄

ΑΝΟΙΓΩ το στόμα μου * κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου * στις σκοτεινές του σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές * τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαίν * των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου * και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται * στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέ * λες που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν' ακούν * των ερώτων τα θαύματα.

Ζαλίζει τ' αγιόκλημα * και κατεβαίνω στον κήπο μου
Και θάβω τα πτώματα * των μυστικών μου νεκρών
Και το λώρο το χρυσό * των προδομένων
Αστέρων τους κό * βω να πέσουν στην άβυσσο.

Σκουριάζουν τα σίδερα * και τιμωρώ τον αιώνα τους
Εγώ που δοκίμασα * τις μυριάδες αιχμές
Κι από γιούλια και ναρκίσ * σους το καινούριο
Μαχαίρι ετοιμά * ζω που αρμόζει στους Ήρωες.

Γυμνώνω τα στήθη μου * και ξαπολυούνται οι ανεμοι
Κι ερείπια σαρώνουνε * και χαλασμέvες ψυχές
Κι απ' τα νέφη τα πυκνά * της καθαρίζουν
Τη γη, να φανούν * τα Λιβάδια τα Πάvτερπνα!
ΙΖ΄

ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ' ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα
με τους ιριδισμούς του πόλου στα μαλλιά
και το πράο στο δέρμα χρυσάφισμα.
Μες στα χόρτα προβαίνω, με το γόνατο πλώρη
κι η ανάσα μου διώχνει απ' την όψη της γης
τις στερνές τολύπες του ύπνου.
Και τα δέντρα βαδίζουν στο πλάι μου, εναντίον του ανέμου.
Μεγάλα μυστήρια βλέπω και παράδοξα:
Κρήνη την κρύπτη της Ελένης.
Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού.
Πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα.
Όθε με δόξα θα περάσω.
Τα λόγια που με πρόδωσαν και τα ραπίσματα έχοντας
γίνει μυρτιές και φοινικόκλαρα:
Ωσαννά σημαίνοντας ο ερχόμενος!
Ηδονή καρπού βλέπω τη στέρηση.
Ελαιώνες λοξούς με γαλάζιο ανάμεσα στα δάχτυλα
τους χρόνους της οργής πίσω απ' τα σίδερα.
Και γιαλόν απέραντο, από μαγγανεία ωραίων ματιών βρεμένο,
τον βυθό της Μαρίνας.
Όπου αγνός θα περπατήσω.
Τα δάκρυα που με πρόδωσαν και οι ταπεινώσεις έχοντας
γίνει πνοές και ανέσπερα πουλιά:
Ωσαννά σημαίνοvτας ο ερχόμενος!
Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι.
ΙΗ΄

ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ' ακολουθούν κορίτσια κυανά
κι αλογάκια πέτρινα
με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.
Γενεές μυρτιάς μ' αναγνωρίζουν
από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού,
άγιος, άγιος, φωνάζοντας.
Ο νικήσαντας τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας,
αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων είναι.
Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης,
μια στιγμή ζωγραφιζόμουν.
Για να λάβει ο κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.
Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους
κλείνω κι εμπιστεύομαι.
Μακάριοι, λέγω, οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο.
Γι' αυτών τα δόντια η ρόγα που μεθά,
στων ηφαιστείων το στήθος και στο κλήμα των παρθένων.
Ιδού ας ακολουθήσουνε τα βήματα μου!
Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα το χέρι του Θανάτου
αυτό χαρίζει τη Ζωή
και ο ύπνος δεν υπάρχει.
Xτυπά η καμπάνα του μεσημεριού
κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:
ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.

Αξίζει να το ακούσετε με την φωνή του ΜΑΝΟΥ  ΚΑΤΡΑΚΗ! 

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Ευχαριστώ πολύ την Λογοτεχνική Παγκόσμια Εφημερίδα INTERNATIONAL POETRY NEWS και τον εκδότη Λογοτέχνη Giovanni Campisi του εκδοτικού οίκου Edizioni Universum για την τιμή και την φιλοξενία τους καθώς και για τα όμορφα λόγια της καρδιάς του που έπιασαν ακριβώς τον σφυγμό στην ανάλυση της ποίησης μου και μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω να κάνω αυτό που αγαπώ. Ευχαριστώ την Υπέροχη Μεταφράστρια μου Συγγραφέα-Ποιήτρια Georgia Chaidemenopoulou για την πολύτιμη βοήθεια της και την υπομονή της, χωρίς εσένα Γεωργία μου δεν θα προχωρούσα ποτέ σε αυτό το βήμα, σε αγαπώ πολύ πολύ!

Θέλω να σε αφήσω.
Στο αντίο χιλιάδες
σκορπίσματα απ' τις καρδιές
μας, τις εκρήξεις μας,
θα γεμίσουν το σύμπαν.
Οι στιγμές να γίνουν σκιές
ακόλουθοι πιστοί έως το τέλος.
Καθώς θα προσπερνώ τον έναν, τον άλλον, 
πάντα ελπίζω αιώνια,
να είμαι δική σου!
Θέλω να σε αφήσω.
Με μιαν μόνιμη αγωνία στα
στήθη του ανολοκλήρωτου,
μισοί θα υπάρξουμε στα χιλιάδες χιλιόμετρα
που χωρίζουν τους ουρανούς της
ζωής-
τις ζωές μας.
Σαν τα κρύα του χειμώνα που δεν σμίξαν την φωτιά,
πάγωσαν.
Σαν τα καλοκαίρια που μείναν αφυδατωμένα απ την ξηρασία,
στεγνώσαν.
Θέλω να σε αφήσω γιατί η καρδιά δεν αντέχει 
τον τόσο έρωτα σου,
τρέμει και μόνο στο άγγιγμα,
καθώς θωπεύεις σπιθαμή προς σπιθαμή,
στην ωραιότητα σου υποκλίνεται!
Στάζουν στα πατώματα υγρά πόθων 
χαμένες ουτοπίες του σύμπαντος,
φοβισμένες,
βολεμένες,
στην καθημερινότητα.
Θέλω να σε αφήσω,
καθώς απ τους οφθαλμούς μας ελπίζω
στις ευθυτενείς υγρές λωρίδες
να κυλούν να γευόμαστε τους υγρούς πόθους στα χείλη
εως το τέλος,
Δάκρυα,
όχι από εγωισμό,
απ' αγάπη,
να θυμόμαστε το όνειρο που αγγίξαμε
κοιτώντας ξέχωρους ουρανούς
κι ας μας εγκλώβισε το πέπλο χιλιάδες στιγμές,
ωχρές κηλίδες...
Κι ίσως μια μέρα ριγήσει το
κορμί σαν τότε
που οι πόθοι ήταν απροσάρμοστοι,
μα θα 'ναι αργά.
Ο χρόνος θανατώνει κι μνήμη ασθενεί.
''Αντίφαση''
Μα οι πόθοι δακρύζουν και έρχονται στην θύμηση
λίγο πριν η ψυχή αποχωρήσει.
Κι όμως δεν θέλω,
αλλά πρέπει να σε αφήσω.
Τα πρέπει των ανθρώπων
ενίκησαν την φύση των ψυχών.
Μα πόσο πολύ σε αγαπώ,
λιγοψυχώ
και μόνιμα δακρύζω.
Γιώτα Τσερτεκίδου

Σχόλιο του εκδότη Λογοτέχνη Giovanni Campisi για την ποίηση μου στην Παγκόσμια Λογοτεχνική Εφημερίδα   INTERNATIONAL POETRY NEWS.
Al contrario di quanto asserisce il titolo della
poesia “Voglio lasciarti”, qui non c’è una vera e
propria volontà di abbandono, anzi, al contrario, vi
è espresso il desiderio che questo non avvenga,
quanto meno non definitivamente. Sono, infatti,
ancora vivide le rimembranze dei momenti
trascorsi insieme che hanno lasciato segni
indelebili nell’anima e che puntano a rinvigorire la
fiamma dell’amore che, ora più di prima, è
alimentata con fervore.
L’abbandono, quindi, come strumento di
ricomposizione di due elementi che si respingono
temporaneamente, allo scopo di trovare una via
diversa per raggiungere l’agognata meta.
Il contenuto della poesia è ricco di pathos e non
lascia spazio alcuno a fraintendimenti di alcun
genere: la volontà del ricongiungimento è
chiaramente espressa. Ce da dire, però, che il
tempo modella il nostro pensiero, portandolo
laddove il percorso della nostra vita è già tracciato
e la volontà dell’uomo nulla può, se non
accondiscendere volontariamente, ma il più delle
volte, inconsapevolmente. Questo e ciò che noi
amiamo definire come “il mistero della vita”,
oppure “l’incognita del tempo” e viene da
chiedersi allora: “Che cosa riserverà il futuro nella
mia vita”?
La vita, che noi tanto amiamo e che difendiamo ad
ogni costo, si svolge, giorno dopo giorno, secondo
la direzione indicata nel nostro destino ed è lì che
bisogna principalmente guardare, senza voltarsi
indietro, se non per affinare la tecnica con cui ci
rapportiamo con noi stessi. Perché, non bisogna
mai dimenticarlo, le maggiori sofferenze siamo
noi stessi a procurarceli, rimanendo legati a
convinzioni e certezze che fanno già parte del
nostro passato, ma che non ce ne rendiamo conto.

G.C.